Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2012

Τετραρχία και Εμφύλιοι Πόλεμοι της Τετραρχίας (306–324)

Τετραρχία 


Η λέξη «Τετραρχία» στα ελληνικά σημαίνει «διοίκηση από τέσσερις». Η Τετραρχία καθιερώθηκε από τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα Διοκλητιανό το 293 μ.Χ.

Κρίση του 3ου αι. (Στρατιωτική Αναρχία / Αυτοκρατορική κρίση)

Η κρίση αυτή ήταν μια πολιτική κρίση που ξέσπασε στην Αυτοκρατορία τον 3ο αι. μ.Χ. Η κρίση αυτή ξεκίνησε με την δολοφονία του Αυτοκράτορα Αλέξανδρου Σέβερου (Marcus Aurelius Severus Alexander Augustus) από τους ίδιους του τους στρατιώτες. Η δολοφονία του οδήγησε στην ύπαρξη 20 – 25 διεκδικητών του Ρωμαϊκού θρόνου, που προέρχονταν κυρίως από τους Ρωμαίους Στρατηγούς και κυβέρνησαν σε κομμάτια της Αυτοκρατορίας για μεγάλο διάστημα με μια κρίση που κράτησε πάνω από 50 χρόνια.


Ήδη από το 260 π.Χ. η Αυτοκραοτρία είχε σπάσει σε 3 κομμάτια:
•    την Γαλλική Αυτκοκραρία (Imperium Galliarum) που περιλάμβανε τις Ρωμαϊκές επαρχίες της Γαλατίας (σημ. Γαλλίας), της Βρετανίας και της Ισπανίας.
•    την Παλμυριανή Αυτοκρατορία που περιλάμβανε τις επαρχίες της Συρίας & Παλαιστίνης (Provincia Syria Palaestina) και Αιγύπτου (Provincia Aegyptus) και μεγάλο μέρος της Μικράς Ασίας. Το όνομα της προέρχεται από την πρωτεύουσα της, την πόλη Παλμύρα.
•    και ανάμεσα τους την επίσημη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία που περιλάμβανε τις υπόλοιπες επαρχίες.

Σε συντομία ο Αυτοκράτορας Αουρελιανός (Lucius Domitius Aurelianus Augustus) και ο Αυτοκράτορας Διοκλητιανός κατάφεραν να επανενώσουν την Αυτοκρατορία. Τότε ο  Διοκλητιανός αποφάσισε ότι είναι καλύτερο να διασπάσει την Αυτοκρατορία σε κομμάτια.

Αριστερά: Μαξιαμιανός
Δεξιά: Διοκλητιανός
Η έκταση της Αυτοκρατορίας ήταν τόσο μεγάλη που ήταν πολύ δύσκολη η άσκηση της εξουσίας, τα ζητήματα που προέκυπταν πάρα πολλά και οι αποστάσεις τεράστιες. Εξαιτίας των προηγούμενων λόγων ακόμη και η υπεράσπιση των τεράστιων συνόρων της Αυτοκρατορίας ήταν πάρα πολύ δύσκολη. Αρχικά ο Διοκλητιανός όρισε άλλο ένα πρόσωπο ως συναυτοκράτορα τον Μαξιμιανό. Σε πρώτη φάση τον όρισε σαν Καίσαρα (κατώτερο Αυτοκράτορα) και μετά τον έκανε Αύγουστο (δηλαδή Αυτοκράτορα). Το σύστημα αυτό επειδή περιλάμβανε δύο ονομάστηκε «Δυαρχία». Ο Διοκλητιανός ανέλαβε την διοίκηση του Ανατολικού τμήματος και ο Μαξιμιανός ανέλαβε την διοίκηση του Δυτικού τμήματος. Αργότερα επειδή τα ζητήματα Κοινωνικά, Στρατιωτικά και Πολιτικά ήταν πάρα πολλά, ορίστηκαν και δύο Καίσαρες (κατώτεροι αυτοκράτορες), ο Γαλέριος στην Ανατολή και ο Κωνστάντιος ο Χλωρός στην Δύση. Ένας σε κάθε κομμάτι μαζί με τους Αυτοκράτορες.

Κατάσταση στα σύνορα.

Η κατάσταση είχε αρχίσει να στενεύει για την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία καθώς την απειλούσαν θανάσιμοι εχθροί στα Ανατολικά σύνορα και στα Βόρεια. Ειδικότερα οι Σασσανίδες Πέρσες που είχαν ήδη κληρονομήσει το Παρθικό κράτος – θανάσιμων εχθρών των Ρωμαίων – είχαν έντονη δραστηριότητα στην Ανατολή. Δεν είχαν περάσει πολλά χρόνια από την εποχή που ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Carus (Marcus Aurelius Carus Augustus) είχε καταλάβει την Αρμενία και είχε λεηλατήσει την  Πρωτεύουσα των Περσών Κτησιφών και οι Πέρσες είχαν ανοικτούς λογαριασμούς με την ανταγωνιστική προς αυτούς Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Το 296 μ.Χ. ο Αυτοκράτορας των Περσών Narseh (Narseus/Narses) βρισκόταν σε πόλεμο με τον Γαλέριο. Ο Γαλέριος με δυσκολία τον κέρδισε στα κακοτράχαλα εδάφη της Αρμενίας.

Στα βόρεια σύνορα λόγω των εσωτερικών προβλημάτων της Αυτοκρατορίας (Αυτοκρατορική κρίση), προαναφέρθηκε, οι Ρωμαϊκές Λεγεώνες είχαν παραμελήσει την φύλαξη των συνόρων προτιμώντας να ασχολούνται με τις εσωτερικές μάχες για την κατάληψη του θρόνου. Οι επαρχίες κοντά στα σύνορα των Γερμανικών φυλών έγιναν έρμαιο των επιδρομών των Γότθων, των Βανδάλων. των Carpiani (λαού που κατοικούσε στην σημερινή Μολδαβία) και των Αλαμάννων (Alamanni). Οι Γερμανοί αναγνωρίζοντας την αδυναμία της Αυτοκρατορίας να ανταποκριθεί και να αντεπιτεθεί, αλλά και βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος για εύκολο πλουτισμό είχαν αποθρασυνθεί και είχαν επιδοθεί σε τρομερές λεηλασίες περνώντας τον Ρήνο και τον Δούναβη.
Το 298 ο Κωνστάντιος ο Χλωρός συγκρούστηκε με τους Αλαμάννους σε μια σειρά μαχών. Στην μάχη της Lingones κοντά στην πόλη Langres της σύγχρονης Γαλλίας, 80.000 αντιμετώπισαν 130.000 Αλαμάννους και ους κέρδισαν σκοτώνοντας περίπου 60.000. Στην μάχη της Vindonissa (στην σημερινή Ελβετία) ο Κωνστάντιος πάλι κέρδισε τους Alamanni. Συγκρούστηκε βέβαια με πολύ μικρότερη δύναμη τους (50.000 Ρωμαίοι εναντίον 30.000 Αλαμάννων).

Το σύστημα της Τετραρχίας φαινόταν να αποδίδει στην πράξη.

Διοίκηση της Αυτοκρατορίας

Οι τέσσερις ηγέτες δεν διοικούσαν την Αυτοκρατορία από την Ρώμη. Για την καλύτερη διοίκηση και άμυνα της Αυτοκρατορίας διοικούσαν από πόλεις κοντά στα σύνορα τους. Αυτός άλλωστε ήταν και ο λόγος της διοικητικής μεταρρύθμισης του Διοκλητιανού.
•    Το ανατολικότερο κομμάτι της Αυτοκρατορίας είχε πρωτεύουσα την Νικομήδεια της Μικράς Ασίας και ονομάστηκε διοικητική περιφέρεια Oriens (η Ανατολή).
•    Το δυτικό από τα Ανατολικά τμήματα της Αυτοκρατορίας (το δεύτερο κατά σειρά ξεκινώντας από τα Ανατολικά) είχε για πρωτεύουσα το Σίρμιο της σημερινής Σερβίας (Sirmium) και ονομάστηκε διοικητική περιφέρεια Illiricum.
•    Το κεντρικό κομμάτι είχε για κέντρο διοίκησης το Mediolanum (σημ. Μιλάνο) της Ιταλίας.
•    Το δυτικό είχε την Augusta Treverorum (σημ. Trier της Γερμανίας) και ονομάστηκε διοίκητική περιφέρεια Galliae.

Το Eboracum (σημ. York της Αγγλίας) και το λιμάνι Aquileia της Ιταλίας ήταν επίσης σημαντικά κέντρα του Κωνστάντιου και του Μαξιμιανού αντίστοιχα.

Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι παρά τον διαχωρισμό της Αυτοκρατορίας σε τέσσερις ζώνες επιρροής, η Αυτοκρατορία δεν έχασε την συνεκτικότητα της. Εξακολουθούσε να υφίσταται σαν ολόκληρη οντότητα αφού παρά την συμμετοχή των τεσσάρων σε μάχες και τις διαφόρων ειδών αποφάσεις τους, η καθημερινή διοίκηση εξακολουθούσε να ασκείται από την κλασσική γραφειοκρατία της Αυτοκρατορίας.

Στην πορεία οι δύο Αυτοκράτορες αποσύρθηκαν αφήνωντας τις θέσεις τους για τους δύο Καίσαρες, Γαλέριο και Κωνστάντιο, οι οποίοι και έγιναν Αύγουστοι (Augusti). Αυτοί διόρισαν στις προηγούμενες θέσεις τους δύο Καίσαρες, τον Σέβερο (Flavius Valerius Severus Augustus) κάτω από τον Κωνστάντιο στην Δύση και τον Μαξιμίνο (Gaius Valerius Galerius Maximinus Daia Augustus) κάτω από τον Γαλέριο στην Ανατολή.

Maximinus Daia
Maximinus
Ο Μαξιμίνος ήταν ταπεινής καταγωγής και ήταν ετεροθαλής ανιψιός του Γαλέριου. Ο Γαλέριος τον εξέλιξε σε Καίσαρα δίνοντας του την διοίκηση της Συρίας και της Αιγύπτου. Αργότερα ενεπλάκη στον πόλεμο μεταξύ των τεσσάρων συναυτοκρατόρων. 








Severus
Ο Σέβερος (Severus) ήταν από ταπεινή καταγωγή. Γεννήθηκε στις Επαρχίες της Ιλλυρίας στα μέσα του 3ο αι. μ.Χ. περίπου. Καθώς μεγάλωσε έγινε κατώτερος αξιωματικός του Ρωμαϊκού Στρατού. Όντας πολύ καλός φίλος του Γαλέριου, εκείνος διέταξε να γίνει ο Severus Καίσαρας και να συγκυβερνήσουν με τον Κωνστάντιο το δυτικό κομμάτι της Αυτοκρατρίας. Η διακυβέρνηση του ήταν βραχύβια και ο θάνατος του τραγικός. Δεν πρόλαβε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην διαμάχη για την κατάληψη της εξουσίας.

Με τον θάνατο του Κωνστάντιου του Ι (του Χλωρού) το καλοκαίρι του 306 μ.Χ., ο Σέβερος αναρριχάται στην  θέση του Αύγουστου, δηλαδή του Αυτοκράτορα από τον ίδιο τον Γαλέριο. Αυτό έγινε ως απάντηση του Γαλέριου στην κίνηση στρατού για να στεφθεί ο γιός του Κωνστάντιου, Κωνσταντίνος ο Ι, Καίσαρας.

Marcus Aurelius Valerius
Maxentius Augustus
Το 307 μ.Χ. ο Μαξέντιος (Marcus Aurelius Valerius Maxentius Augustus) ο γιος του αποσυρμένου πια Μαξιμιανού επαναστάτησε στην Ιταλία και ζήτησε από τον Γαλέριο να τον αναγνωρίσει ως Καίσαρα, χρησιμοποιώντας έναν δικό του τίτλο, αυτόν του invictus (δηλ. του αήττητου Πρίγκηπος). Ο Γαλέριος ήταν σε δύσκολη θέση καθώς δεν μπορούσε να στέψει τον Μαξέντιο έτσι απλά. Θα ήταν λάθος μήνυμα σε κάθε σφετεριστή. Από την άλλη είχε ορίσει ήδη τον Σέβερο Αύγουστο και είχε ήδη γίνει Καίσαρας ο Κωνστνατίνος ο Ι, με αποτέλεσμα ο Μαξέντιος να είναι 5ος στην Τετραρχία. Δεν υπήρχε χώρος και για τον Μαξέντιο και έτσι έστειλε τον Σέβερο να καταπνίξει την εξέγερση.




Ο Σέβερος ξεκίνησε από το Mediolanum να αντιμετωπίσει τον Μαξέντιο στην Ρώμη. Τέθηκε όμως επικεφαλής ενός στρατού που προηγουμένως ήταν πιστός στον πατέρα του Μαξέντιου, Μαξιμιανό. Όταν ο Σέβερος έφτασε στην Ρώμη, ο στρατός του στασίασε και πήρε το μέρος του Μαξέντιου, λόγω και της ύπαρξης του Μαξιμιανού, του πρώην διοικητή του. Ο Σέβερος κατέφυγε στην Ραβέννα σε πολύ άσχημη θέση. Ο Μαξέντιος του ζήτησε να παραδοθεί και σαν αντάλλαγμα θα του φερόντανε πολιτισμένα. Όντως ο Σέβερος παραιτήθηκε των αξιωμάτων του το 307 μ. Χ. Τότε όμως ο Μαξέντιος τον φυλάκισε στην Tres Tabernae. Όταν αργότερα ο Γαλέριος επιτέθηκε στην Ιταλία για να νικήσει τον Μαξέντιο, ο Μαξέντιος διέταξε την δολοφονία του Σέβερου ή την αυτοκτονία του, όπερ και εγένετο στις 16 Σεπτεμβρίου του 307 μ.Χ.

Εμφύλιοι Πόλεμοι (306 – 324 μ.Χ.)

Flavius Valerius Aurelius
Constantinus Augustus
Όπως προαναφέρθηκε, με τον θάνατο του Κωνστάντιου, ο Στρατός του Κωνστάντιου έστεψε Αυτοκράτορα τον γιο του Κωνστάντιου Κωνσταντίνο τον Ι. Ο Γαλέριος τρομερά εκνευρισμένος από τον τρόπο που ο στρατός της Δύσης του επέβαλε τον Κωνσταντίνο για συναυτοκράτορα, και για να αποφύγει τον εμφύλιο πόλεμο, αναγνώρισε τον Κωνσταντίνο ως Καίσαρα (κατώτερο Αυτοκράτορα) και έκανε Αύγουστο (δηλαδή Αυτοκράτορα) τον Σέβερο. Ο Κωνσταντίνος δέχθηκε την προσφορά του Γαλέριου για να μην υπάρχει κανενός είδους αμφισβήτηση πάνω στο όνομα του.


Από την άλλη όμως βλέποντας τον Κωνσταντίνο, το ίδιο έκανε και ο Μαξέντιος, ο γιος του αποσυρμένου πια Μαξιμιανού. Σύμφωνα με όσα γράψαμε παραπάνω δολοφόνησε τον Σέβερο και κατέλαβε την θέση του. Εναντίον του Μαξέντιου κινήθηκε ο ίδιος ο Γαλέριος το 307 μ.Χ. και εισέβαλε στην Ιταλία με έναν ακόμα μεγαλύτερο στρατό. Όμως πράττοντας τα ίδια ο Μαξέντιος δωροδόκησε τον στρατό του Γαλέριου και αυτός αποσκίρτησε και έτσι αναγκάστηκε ο Γαλέριος να υποχωρήσει απλά λεηλατώντας μέρος της Ιταλίας.

Η εξουσία του Μαξέντιου είχε εδραιωθεί στην Ιταλία πια με την βία. Η μη αναγνώριση  του από τον Γαλέριο δεν είχε καμία ουσιαστική παρά τυπική σημασία. Από εκείνη την στιγμή προσπάθησε να χτίσει σχέσεις με τον Κωνσταντίνο. Το καλοκαίρι του ίδιου έτους ο Μαξιμιανός ταξίδεψε στην Γαλατία για να συναντήσει τον Κωνσταντίνο. Εκεί ο Κωνστναντίνος παντρεύτηκε την κόρη του Μαξιμιανού Fausta και ορίστηκε αυτός Αύγουστος. Ο Κωνσταντίνος προσπάθησε να μην βρεθεί απέναντι στον Γαλέριο και δεν στήριξε τον Μαξέντιο στην εισβολή του στην Ιταλία.

Τον Απρίλιο του 308 μ.Χ. ο Μαξιμιανός προσπάθησε να εκθρονίσει τον γιο του Μαξέντιο σε σύνοδο των στρατιωτικών στην Ρώμη, αλλά προς έκπληξη του οι στρατιωτικοί παρέμειναν πιστοί στον γιο του αναγκάζοντας τον να φύγει από την Ιταλία και να ζητήσει καταφύγιο στον Κωνσταντίνο.

Τότε συγκαλέστηκε ένα συνέδριο των Αυτοκρατόρων από τον Γαλέριο στο Carnuntum. Στο συνέδριο παρευρέθηκε ο Μαξιμιανός καθώς επίσης και ο αποσυρμένος πια Διοκλητιανός. Παρά το γεγονός ότι είχε αποσυρθεί από την ενεργό διοίκηση ο Διοκλητιανός έφερε επάνω του ακόμη πολύ μεγάλο κύρος και εξουσία σε πρόσωπα της Αυτοκρατορίας. Η προηγούμενη παραίτηση του Μαξιμιανού επισήμως επιβεβαιώθηκε και από τον Διοκλητιανό αναγκάζοντας τον Μαξιμιανό να καταφύγει πίσω στον Κωνσταντίνο στην Γαλατία. Το συνέδριο επίσης αποφάσισε ο Λικίνιος (Gaius Valerius Licinianus Licinius Augustus) να γίνει Αύγουστος της Δύσης, με Καίσαρα τον Κωνσταντίνο, και ο Γαλέριος να παραμείνει Αύγουστος της Ανατολής με Καίσαρα τον Μαξιμίνο (Maximinus) και ο Μαξέντιος ορίστηκε ως σφετεριστής. Η συμφωνία όπως θα δούμε και παρακάτω ήταν καταστροφική αφού ο Μαξέντιος είχε ήδη καταλάβει δια της βίας την επικυριαρχία της Ιταλίας και της Βόρειας Αφρικής και δεν χρειαζόταν καμία επίσημη αναγνώριση, αλλά επίσης ήταν πολύ δύσκολο για τον Μαξιμίνο στην Ανατολή και τον Κωνσταντίνο στην Δύση να δεχτούν ως ανώτερο τους, Αύγουστο, τον Λικίνιο, αφού αυτοί ήδη από το 305 και 306 είχαν καταλάβει τις αυτοκρατορικές θέσεις. Για αυτό το 309 στο τέλος ορίστηκαν όλοι Αύγουστοι, αφού πρώτα έγινε μια προσπάθεια να συμβιβαστούν με τον τίτλο του γιου του Αυγούστου (Filius Augusti) που δεν κατέληξε πουθενά.

Μαξιμιανός εναντίον Κωνσταντίνου.

Marcus Aurelius Valerius
Maximianus
Herculius Augustus
Ο Μαξιμιανός όμως πνιγμένος στην φιλοδοξία του όρισε τον εαυτό του ξανά Αυτοκράτορα σε βάρος του Κωνσταντίνου που του έδωσε καταφύγιο, το 310. Στην Arles ο Μαξιμιανός ψευδώς δήλωσε ότι ο Κωνσταντίνος είχε πεθάνει και πήρε τα σκήπτρα της εξουσίας του (δηλαδή την αυτοκρατορική πορφύρα). Εκείνη την περίοδο ο Κωνσταντίνος είχε εκστρατεύσει εναντίον των Γερμανών (συγκεκριμένα των Φράγκων). Ο Κωνσταντίνος γύρισε όμως σχεδόν αμέσως και έπιασε τον Μαξιμιανό απροετοίμαστο καθώς δεν περίμενε ο Μαξιμιανός να γυρίσει ο Κωνσταντίνος τόσο γρήγορα. Ο Μαξιμιανός κατέφυγε στην Μασσαλία. (Massilia, σημ. Marseille) όπου και εκεί στράφηκε αμέσως ο Κωνσταντίνος και τον πολιόρκησε. Ο Μαξιμιανός παραδόθηκε στον Κωνσταντίνο από τους στρατιώτες της φρουράς της πόλης. Είναι ασαφές αν δολοφονήθηκε ή αυτοκτόνησε, πάντως ο Κωνσταντίνος σύμφωνα με την ιστορία έδειξε οίκτο καθαιρώντας απλά τον παλαιό Αυτοκράτορα. Τον Ιούλιο του 310 ο Μαξιμιανός κρεμάστηκε.

Κωνσταντίνος εναντίον Μαξέντιου.

Gaius Galerius
Valerius Maximianus
Η πορεία της υγείας του Γαλέριου ήταν ήδη τεταμένη. Ήταν γεγονός πως αδυνατούσε να ασχοληθεί με τις πολιτικές ίντριγκες. Η τελευταία πράξη του ήταν μια πράξη που υπογράφτηκε στην Νικομήδια από ίδιο δίνοντας ένας τέλος στους θρησκευτικούς διωγμούς που αιώνες ταλαιπωρούσαν την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και που διέτασσε την θρησκευτική ανοχή. Αυτή η πράξη υπεγράφη στις 30 Απριλίου του 311. Πέθανε λίγο μετά την υπογραφή της. ΑΝ και επισήμως αναγνωρίστηκε ο Χριστιανισμός δύο χρόνια αργότερα από τον Κωνσταντίνο.

Πάντως ο θάνατος του προκάλεσε τρομερούς τριγμούς στις ήδη ρευστές ισορροπίες μεταξύ της Τετραρχίας. Ο Μαξιμίνος επιτέθηκε άμεσα στον Λικίνιο διεκδικόντας την Μικρά Ασία χωρίς όμως να γίνει κάποια μάχη. Υπογράφτηκε στα γρήγορα μια συνθήκη ειρήνης σε ένα πλοιάριο στην μέση του Βοσπόρου. Ο Μαξιμίνος παρέμενε κυρίαρχος της Provincia Illiricum και της Ostia. Ο Λικίνιος ήταν θεωρητικά μόνο κυρίαρχος της Ιταλίας, αφού την κυριαρχία της είχε στην πράξη ο Μαξέντιος.

Παράλληλα ο Μαξέντιος ξεκίνησε πολεμικές προετοιμασίες οχυρώνοντας και ενισχύοντας την Βόρειο Ιταλία, καθώς επίσης και προσεταιριζόμενος τους Χριστιανούς, στους οποίους επέτρεψε να ορίσουν και δικό τους Επίσκοπο στην Ρώμη, τον Ευσέβιο.

Η διοίκηση του Μαξέντιου όμως στο κεντρικό κομμάτι της Αυτοκραοτρίας ήταν ασταθής. Η υψηλή φορολογία που επέβαλε και το διαλυμένο εμπόριο οδήγησε σε συνεχής επαναστάσεις. Επαναστάτησε και η Ρώμη και η Καρχηδόνα, δίνοντας το δικαίωμα σε έναν σφετεριστή, τον Domitius Alexander να καταλάβει αυτός τις επαρχίες της Βόρειας Αφρικής.

Ο Μαξέντιος κήρυξε τον πόλεμο στον Κωνσταντίνο με αφορμή την εκδίκηση για την «δολοφονία του πατέρα του». Ο Κωνσταντίνος δεν μπορούσε να αφήσει τον Μαξέντιος να συμμαχήσει με τον Λικίνιο, ο οποίος εκείνη την περίοδο ήταν απασχολημένος στην Μικρά Ασία με τον Μαξιμίνο, και έτσι αποφάσισε να συμμαχήσει αυτός μαζί του πρώτα, δίνοντας το χέρι της αδερφής του Κωνστάντιας στον Λικίνιο τον Χειμώνα του 311-312.

Ο Μαξιμίνος φοβούμενος ότι η συμμαχία του Κωνσταντίνου με τον Λικίνιο είχε αυτόν σαν στόχο, έστειλε στην Ρώμη αγγελιαφόρο, για να συνάψει συμφωνία με τον Μαξέντιο. Αν ο Μαξέντιος δέχονταν να τον βοηθήσει στρατιωτικά, ο Μαξιμίνος θα του προσέφερε πολιτική αναγνώριση. Ο Μαξέντιος δέχθηκε.

Οι στρατηγοί του Κωνσταντίνου ήταν κατά μιας επίθεση άμεσα εναντίον του Μαξέντιου στην Ιταλία. Και οι θρησκευτικοί οιωνοί άλλωστε ήταν κακοί σύμφωνα με τις ερμηνείες. Ο Κωνσταντίνος αγνόησε τους χρησμούς και τις συμβουλές και πέρασε τις Άλπεις την Άνοιξη του 312 με 40.000 στρατιώτες. Δηλαδή το ¼ του στρατού του.

Η πρώτη πόλη που βρέθηκε εμπόδιο ήταν η πόλη Segusium. Μια πολύ ισχυρά οχυρωμένη πόλη. Ο Κωνσταντίνος διέταξε να κάψουν τις πύλες της και να υπονομεύσουν τα τείχη της. Σύντομα η πόλη έπεσε και ο Κωνσταντίνος διέταξε να μην λεηλατηθεί η πόλη, συνεχίζοντας την πορεία του στην Βόρειο Ιταλία.

Μάχη της Augusta Taurinorum (312)
Λίγο έξω από την Augusta Taurinorum (σημ. Turin της Ιταλίας), ο Κωνσταντίνος αντιμετώπισε μεγάλη δύναμη του Μαξέντιου. Μαζί της είχε ισχυρά οπλισμένο και θωρακισμένο ιππικό που ονομάζονταν τότε clibanarii ή cataphracti. Αρχικά ο Κωνσταντίνος παρέταξε τους άνδρες του αραιά και σε μεγάλο μήκος μετώπου. Έτσι το Βαρύ Ιππικό του Μαξέντιου πέρασε ανάμεσα από τις γραμμές του και το δικό του ιππικό πια που ήταν πιο ελαφρύ τους χτύπησε από τα δύο πλευρά. Είχε φροντίσει να εξοπλίσει το ιππικό του ο Κωνσταντίνος με βαριά δόρατα, ειδικά για να τρυπούν την θωράκιης των βαρέων ιππέων. Ο Κωνσταντίνος με κυκλωτική κίνηση και κατά των πεζοπόρων του αντίπαλου στρατεύματος κέρδισε την μάχη αναγκάζοντας τους στρατιώτες του Μαξέντιου να αναζητήσουν καταφύγιο στην πόλη. Οι αρχές της πόλης όμως αρνήθηκαν να ανοίξουν τις πύλες τους στους στρατιώτες του Μαξέντιου ανοίγοντας τες στον Κωνσταντίνο. Οι πολίτες της πόλης ζητωκραύγαζαν από τα τείχη καθώς οι στρατιώτες του Κωνσταντίνου έσφαζαν όσους στρατιώτες του Μαξέντιου είχαν αποκλειστεί έξω από αυτά. Η ήττα αυτή ήταν τόσο πανηγυρική που αναγνωρίζοντας την στρατιωτική ιδιοφυία του Κωνσταντίνου και οι άλλες πόλεις της Βόρειας Ιταλίας άνοιξαν τις πύλες τους σε αυτόν. Σε αυτή την κίνηση συνέβαλε και η στάση που τήρησε ο στρατός του Κωνσταντίνου από τις περιοχές στις οποίες περνούσε. Η φιλική στάση προς τον πληθυσμό έδειχνε σε αυτούς πως ο Κωνσταντίνος ήταν κάτι διαφορετικό.

Μάχη της Verona (312)
Στην συνέχεια έμεινε για ένα διάστημα στο Μιλάνο (Mediolanum) και στα μέσα του καλοκαιριού του 312 ξεκίνησε και πάλι. Επιτέθηκε στην πόλη Brixia (Brescia) όπου εύκολα διέλυσε την φρουρά της. Η επόμενη μεγάλη μάχη δόθηκε στην Βερόνα. Η Βερόνα ήταν το μεγαλύτερο στρατιωτικό κέντρο του Μαξέντιου πλέον στην Βόρειο Ιταλία. Τα τείχη της ήταν αρκετά ενισχυμένα και φυλάσσονταν από τον καλύτερο στρατηγό του Μαξέντιου, τον Ruricius Pompeianus, οποίος είχε συγκεντρώσει ισχυρό στρατό από την επαρχία της Βενετίας. Ο Κωνσταντίνος προετοιμάστηκε για πολιορκία της πόλης, ο Pompeianus όμως βγήκε να τον αντιμετωπίσει σε ανοιχτή μάχη όπου και έχασε και αναγκάστηκε να καταφύγει εντός των τειχών της. Λίγο πριν πέσει η Βερόνα, ο στρατηγός του Μαξέντιου βγήκε κρυφά από την πόλη και συγκέντρωσε ισχυρή δύναμη επιστρέφοντας πια εναντίον του Κωνσταντίνου. Ο Κωνσταντίνος βρέθηκε ανάμεσα από δύο στρατούς και με δύο μέτωπα. Ο Κωνσταντίνος δεν έχασε χρόνο, άφησε ένα μέρος του στρατού του για να συνεχίζει την πολιορκία ώστε να κρατάει την φρουρά της Βερόνα μέσα στα τείχη και με το υπόλοιπο σύνολο επιτέθηκε στους στρατιώτες του Ruricius Pompeianus. Οδηγώντας ο ίδιος την μάχη με το παράδειγμα του ενέπνευσε τους άνδρες του και κέρδισαν τους στρατιώτες του Μαξέντιου σκοτώνοντας και τον στρατηγό του. Οι δυνάμεις μέσα στην Βερόνα αποκαρδιωμένες από την διάλυση των δυνάμεων που είχαν έρθει για να τους σώσουν παραδόθηκαν στον Κωνσταντίνο σύντομα. Το αποτέλεσμα της μάχης ήταν ολόκληρη η άμυνα της Βόρειας Ιταλίας να καταρρεύσει. Οι επαρχίες της Ετρουρίας και της Umbria ανακήρυξαν ότι επικυρίαρχος τους ήταν ο Κωνσταντίνος επιτρέποντας του να κινηθεί άμεσα προς την Ρώμη.

Μάχη της Μιλβίας Γέφυρας.
Ο Μαξέντιος προσπάθησε να ακολουθήσει την τακτική που είχε ακολουθήσει με τις εισβολές του Σέβερου και του Γαλέριου. Κλείστηκε δηλαδή στην Ρώμη και περίμενε πολιορκία. Είχε εφοδιαστεί με σιτάρι από την Αφρική και είχε υπό την κατοχή του την Πραιτοριανή Φρουρά. Συγκέντρωσε και τις φρουρές της υπόλοιπης Ιταλίας αφήνοντας την τελείως αφύλαχτη. Διέταξε την καταστροφή των Γεφυρών του Τίβερη. Ο Κωνσταντίνος δεν βιάστηκε. Κινήθηκε αργά κατά μήκος της Via Flaminia περιμένοντας το ήδη σαπισμένο καθεστώς του Μαξέντιου να καταρρακωθεί περαιτέρω. Σε αγώνες ιπποδρομιών στην Ρώμη το πλήθος φώναζε στον Μαξέντιο και έλεγε ότι ο Κωνσταντίνος είναι ανίκητος. Ο Μαξέντιος έφτιαξε μια πρόχειρη γέφυρα στον Τίβερη για να αντιμετωπίσει τον Κωνσταντίνο, αφού κατάλαβε ότι από την μακροχρόνια πολιορκία δεν θα βγει νικητής. Στις 28 Οκτωβρίου του 312 συμβουλεύτηκε τους φύλακες των Libri Sibyllini για να του δώσουν χρησμό. Οι Προφήτες είπαν ότι «ο εχθρός της Ρώμης θα πεθάνει». Ο Μαξέντιος αναθάρρησε και βγήκε να αντιμετωπίσει τον Κωνσταντίνο. Η αλήθεια είναι όμως ότι οι Προφήτες δεν είχαν συγκεκριμενοποιήσει ποιος πραγματικά ήταν ο εχθρός της Ρώμης. Ο Κωνσταντίνος ή το σάπιο καθεστώς του Μαξέντιου;

Ο Μαξέντιος παρέταξε τους στρατιώτες του σε γραμμή με πλάτη στον ποταμό Τίβερη. Η δύναμη του Μαξέντιου ήταν διπλάσια από του Κωνσταντίνου. Οι δυνάμεις του Κωνσταντίνου έφτασαν κουβαλώντας περίεργα για την εποχή λάβαρα και με ζωγραφισμένα άλλα σύμβολα από τα παραδοσιακά Ρωμαϊκά στις ασπίδες τους. Ο μύθος λέει ότι ο Κωνσταντίνος είτε είδε ένα όνειρο που του έλεγε να σχηματίσει στις ασπίδες των στρατιωτών του το Χριστιανικό ΧΡ (μονόγραμμα). Ένας άλλο μύθος έλεγε ότι ο ίδιος είχε δει ένα όραμα στον ουρανό που έδειχνε αυτό το μονόγραμμα (σύμβολο) και έλεγε “In Hoc Signo Vinces” (δηλαδή με αυτό το σημείο θα νικάς). Ο Ευσέβιος είναι ασαφής ως προς λεπτομέρειες. Ωστόσο λέει ότι ο Κωνσταντίνος είδε το σύμβολο ☧ που συμβολίζει τα δύο πρώτα γράμματα του Χριστός στα Ελληνικά.

Ο Κωνσταντίνος παρέταξε τον στρατό του σε όλο το μήκος των γραμμών του Μαξέντιου. Επιτέθηκε αρχικά με το ιππικό του και διέλυσε το ιππικό του Μαξέντιου. Στην συνέχεια με το πεζικό του πίεσε τους πεζούς του Μαξέντιου προς το ποτάμι όπου αποκλεισμένοι άλλοι πνίγηκαν και άλλοι σκοτώθηκαν και άρχισαν να διαλύονται. Οι μόνοι που άντεξαν την πίεση ήταν οι πραιτοριανοί του Μαξέντιου και η φρουρά του, διαλύθηκαν όμως με την επέλαση του ιππικού του Κωνσταντίνου. Ο Μαξέντιος προσπάθησε να διαφύγει από την πρόχειρη γέφυρα, σπρώχθηκε όμως από το πλήθος και έπεσε στα νερά του ποταμού όπου πνίγηκε.

Στις 29 Οκτωβρίου του 312 ο Κωνσταντίνος μπήκε στην Ρώμη θριαμβευτής. Το σώμα του Μαξέντιου ξεβράστηκε λίγο αργότερα και αποκεφαλίστηκε. Το κεφάλι του περιφέρθηκε στους δρόμους για να το δουν όλοι ενώ το ακέφαλο σώμα του στάλθηκε στην Καρχηδόνα και η οποία παραδόθηκε απευθείας στον Κωνσταντίνο.

Λικίνιος εναντίον Μαξιμίνου

Στην Ανατολή ο Ρωμαϊκός κόσμος είχε μοιραστεί μεταξύ του Maximinus Daia και του Λικίνιου. Ο Μαξίμινος ήταν δυσαρεστημένος που ο Γαλέριος έκανε κατώτερο αυτοκράτορα τον Λικίνιο. Με την πρώτη ευκαρία άρπαξε την θέση του Αυτοκράτορα. Ο Λικίνιος πήρε το Ανατολικό Κομμάτι (τα Βαλκάνια) και ο Μαξιμίνος, τις Ασιατικές κτήσεις.

Το Φθινόπωρο του 312 μ.Χ. και ενώ ο Κωνσταντίνος πάλευε με τον Μαξέντιο στην Δύση, ο Μαξιμίνος ήταν απασχολημένος με την εκστρατεία εναντίον των Αρμενίων. Όταν ο Μαξιμίνος αντιλήφθηκε την συμμαχία του Λικίνιου με τον Κωνσταντίνο, αμέσως προσπάθησε να συνάψει συμμαχία με τον Μαξέντιο. Ο θάνατος όμως του Μαξέντιου από την ήττα του από τον Κωνσταντίνο. Σύντομα αποφάσισε να κινηθεί. Ξεκίνησε με 70.000 στρατό από την Συρία και πέρασε στη Βιθυνία.

Πέρασε τον Βόσπορο και αρχικά πολιόρκησε το Βυζάντιο που το κρατούσαν στρατιώτες του Λικίνιου. Το Βυζάντιο έπεσε μετά από 11 μέρες πολιορκία (ακόμα δεν είχε γίνει συμπρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας). Στην συνέχεια προχώρησε στην Ηράκλεια. Η Ηράκλεια έπεσε μετά από 8 μέρες. Εντωμεταξύ ο Λικίνιος έφτασε στην Ανδριανούπολη με 30.000 άνδρες. Στις 30 Απριλίου 313, οι δυνάμεις των δύο ανδρών συγκρούστηκαν στην Μάχη του Tzirallum, κοντά στην Ηράκλεια. Για ένα σύντομο διάστημα προσπάθησαν να έρθουν σε συνεννόηση. Η αλήθεια είναι ότι ο ένας προσπαθούσε να κερδίσει την πίστη του στρατού του άλλου. Τελικά συναντήθηκαν στο πεδίο της μάχης.
Παρότι ο Μαξίμινος είχε φέρει υψηλού επιπέδου στρατεύματα της Ασίας, ενώ ο Λικίνιος είχε στρατεύματα κατώτερης ποιότητας της Βιθυνία, και παρότι ο στρατός του Μαξίμινου ήταν κατά πολύ μεγαλύτερος, ο Λικίνιος διέλυσε τον στρατό του Maximinus Daia. Όλες οι πηγές παραδέχονται την στρατηγική ανωτερότητα του Λικίνιου καθώς επίσης επισημαίνουν την ταχύτητα της φυγής του Μαξιμίνου. Ο Μαξιμίνος εμφανίστηκε μόλις 24 ώρες αργότερα στο λιμάνι της Νικομήδειας χωρίς κανένα αυτοκρατορικό διακριτικό και κατάκοπος.
Ο Μαξίμινος κατέφυγε στην Νικομήδεια ντυμένος σαν σκλάβος πιστεύοντας ότι μπορεί ακόμα να κερδίσει. Μάζεψε στρατό και περίμενε τον Λικίνιο στις Πύλες της Κιλικίας, (σημ ονομασία Gülek Boğazı) και άρχισε να οχυρώνεται εκεί. Δυστυχώς για τον Μαξίμινο ο Λικίνιος πέρασε και τον καταδίωξε στην Ταρσό όπου τον πίεσε από στεριά και από θάλασσα. Ο Μαξίμινος τελικά πέθανε τον Άυγουστο του ίδιου χρόνου αφήνοντας τον Λικίνιο απόλυτο κυρίαρχο της Ανατολής.

Κωνσταντίνος εναντίον Λικίνιου.

Το 313 ο Λικίνιος συναντήθηκε με τον Κωνσταντίνο για να επιβεβαιώσουν την συμμαχία που είχαν συνάψει στο Μιλάνο (Mediolanum). Η συμμαχία σφραγίστηκε με τον γάμο του Λικίνιου με την αδερφή του Κωνσταντίνου, Κωνστάντια. Οι δύο αυτοκράτορες συνάψανε την Διάταγμα του Μιλάνου που έδινε πλήρη ανοχή στον Χριστιανισμό και σε κάθε Θρησκεία εντός των συνόρων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Το διάταγμα έδινε νομιμοποίηση στον Χριστιανισμό και επέστρεφε στους Χριστιανούς την περιουσία τους που είχε δημευθεί από την περίοδο του Διοκλητιανού. Χρησιμοποιήθηκαν γενικοί όροι για να περιγράψουν την «Θεϊκή Σφαίρα». Όροι που δεν προσέβαλαν και δεν απέκλειαν κανένα από τα δόγματα της Αυτοκρατορίας (summa divinitas). Η συνάντηση όμως διακόπηκε γρήγορα καθώς τότε ήταν που ο Λικίνιος πληροφορήθηκε την αποβίβαση του Μαξίμινου στην Θράκη με ότι αυτή είχε επακόλουθο.

Οι σχέσεις των δύο Αυτοκρατόρων χειροτέρεψαν μετά την κυριαρχία του Λικίνιου στο Ανατολικό κομμάτι της Αυτοκρατορίας, δηλαδή μετά το 314. Ο αρχικός λόγος ήταν ότι ο Κωνσταντίνος σώθηκε ύστερα από μια απόπειρα δολοφονίας του που προήλθε από άνθρωπο που ο Λικίνιος ήθελα να το καταστήσει Καίσαρα. Οι δύο Αύγουστοι συγκρούστηκαν στην Μάχη της Colonia Aurelia Cibalae στις 8 Οκτωβρίου του 314. Στην Μάχη αυτή οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στην πεδιάδα μεταξύ δύο ποταμών στην σημερινή Κροατία. Αρχικά οι δύο στρατοί συγκρούστηκαν με βοηθητικούς που εκτόξευαν ακόντια, βέλη και πέτρες. Σύντομα οι δύο μάζες στρατού ήρθαν σε σύγκρουση σώμα με σώμα. Η μάχη τελείωσε ύστερα από μια επιτυχημένη πλευροκόπηση του Ιππικού του Κωνσταντίνου, με επικεφαλής τον ίδιο. Ο συνοχή του στρατού του Λικίνιου κλονίστηκε. Ο Λικίνιος έχασε 20.000 άνδρες ενώ διέφυγε με το ιππικό που του απέμεινε υπό την κάλυψη της νύχτας. Η μάχη είχε κρατήσει όλη μέρα. Ο Λικίνιος κατέφυγε στο Sirmium, όπου εκεί μάζεψε την οικογένεια του και όλο του τον θησαυρό και κατέφυγε στην Θράκη.
Το 317 δόθηκε άλλη μια μάχη μεταξύ του Κωνσταντίνου και του Λικίνιου, η Μάχη της Merdia (ή Μάχη του Campus Mardiensis). Η μάχη δεν ήταν καθοριστική. Κέρδισε ο Κωνσταντίνος αλλά δεν κατάφερε να δώσει στον Λικίνιο την χαριστική βολή. Και οι δύο πλευρές υπέστησαν βαριές απώλειες. Ο Λικίνιος υποχώρησε στο ΒΔ στην Beroe/Augusta Traiana, ενώ ο Κωνταντίνος κινήθηκε προς το Βυζάντιο γιατί νόμιζε ότι εκεί κατέφυγε ο Λικίνιος. Τελικά τα πλευρά και οι δρόμοι επικοινωνίας του Κωνσταντίνου έμειναν αφύλακτοι καθώς ο Λικίνιος προχώρησε βορειότερα με αποτέλεσμα ο Κωνσταντίνος να χάσει μεγάλο μέρος των αποσκευών του στρατεύματος του. Τότε υπογράφτηκε συνθήκη ειρήνης εξαιρετικά υπέρ του Κωνσταντίνου. Σύμφωνα με την συνθήκη ο Κωνσταντίνος θα κρατούσε υπό την επιρροή του το μεγαλύτερο μέρος των Βαλκανίων, ενώ οι δύο γιοί του Crispus και Κωνσταντίνος ο ΙΙ θα αναβαθμίζονταν μαζί με τον γιο του Λικίνιου σε Καίσαρες.
Η συνθήκη υπογράφτηκε στην Σερδική στις 1 Μαρτίου του 317. Η ημερομηνία επιλέχτηκε σκοπίμως από τον Κωνσταντίνο καθώς ήταν η επέτειος της ανόδου του πατέρα του. Ο Λικίνιος αναγνώρισε ως ανώτερο του τον Κωνσταντίνο, και του παραχώρησε όλες τις Ευρωπαϊκές κτήσεις εκτός από την Θράκη. Η ειρήνη κράτησε 7 χρόνια. Ο Κωνσταντίνος τότε μετακινήθηκε μόνιμα στο Σίρμιο της Σερβίας καθώς η περιοχή του επέτρεπε να εκστρατεύει εναντίον των Γότθων και των Σαρμάτιων (322 και 323).

Το 320 όμως ο Λικίνιος ξεκίνησε να αψηφά το Διάταγμα του Μιλάνου και να καταπιέζει ξανά τους Χριστιανούς. Μπορεί να μην κατέφυγε σε σφαγές, αλλά άρχισε πάλι τις κατασχέσης Χριστιανικών περιουσιών και τις καθαιρέσεις από τα κρατικά αξιώματα. Αυτό ήταν καθαρή πρόκληση για τον Κωνσταντίνο που έπρεπε να απαντηθεί. Το 324 ο πόλεμος είχε ήδη κλιμακωθεί.
Ο Λικίνιος προσέλαβε Γότθους μισθοφόρους καθώς και οι Γότθοι ήταν παγανιστές των παλαιών θρησκειών, ενώ ο Κωνσταντίνος κινήθηκε εναντίον τους μαζί με Φράγκους και κάτω από το λάβαρο του Χριστιανισμού. Η σύγκρουση πήρε θρησκευτικό χαρακτήρα.
Ο Κωνσταντίνος εκμεταλευόμενο το θρησκευτικό μένος και αίσθημα των στρατιωτών του, παρότι το στράτευμα του ήταν μικρότερο του Λικίνιου, κέρδισε στην Μάχη της Ανδριανούπολης. Η Μάχη αυτή ξεκίνησε όταν ο Κωνσταντίνος κινήθηκε με τον στρατό του μέσα στην Θράκη και σταμάτησε στον ποταμό Έβρο, στο σημείο ακριβώς που είναι η Ανδριανούπολη. Ο Λικίνιος κινήθηκε επίσης εκεί για να τον συναντήσει. Οι δύο στρατοί παρέμεναν στο πεδίο ο ένας απέναντι από τον άλλο για αρκετές μέρες. Κανένας από τους δύο στρατούς δεν ήθελε να περάσει πρώτος το ποτάμι απέναντι σε έναν επίσης προετοιμασμένο στρατό. Έτσι ο Κωνσταντίνος σκέφτηκε και υλοποίησε ένα τέχνασμα. Βρήκε ένα πέρασμα του ποταμού βατό και στενό που καλύπτοντας από έναν δασώδη λόφο και δεν ήταν εύκολα ορατό, αλλά προσπάθησε να δείξει ότι θα διασχίσει από αλλού το ποτάμι. Διέταξε τους στρατιώτες του να συγκεντρώσουν ξύλα και σχοινιά σε άλλο σημείο του ποταμού, προκειμένου να νομίσει ο αντίπαλος του ότι ο Κωνσταντίνος ετοιμάζει γέφυρα εκεί για να διασχίσει το ποτάμι. Πέρασε στον λόφο κρυφά 5000 πεζούς τοξότες και έναν αριθμό ιππέων και ξαφνικά έπεσε στο στράτευμα του Λικίνιου από τα πλάγια που βρίσκονταν μπροστά στο σημείο του περάσματος του ποταμού. Εκεί σταδιακά άρχισε να περνάει και το υπόλοιπο στράτευμα. Η κίνηση είχε τεράστια επιτυχία. Ακολούθησε σφαγή 34.000 ανδρών του Λικίνιου.Σε κάθε σημείο που παρατηρούνταν αποδυνάμωση του στρατεύματος του Κωνσταντίνου, ο Κωνσταντίνος διέταξε να μεταφέρονται τα Χριστιανικά λάβαρα με αποτέλεσμα να αναπτερώνεται το ηθικό του στρατού του και να πιέζουν τελικά και εκεί αφόρητα τον στρατό του Λικίνιου.
Ο Λικίνιος διοκώμενος πέρασε τον Βόσπορο στην Μικρά Ασία, ενώ ο Κωνσταντίνος καταλάμβανε και το Βυζάντιο και όρισε τον martius Martinianus, τον αρχηγό της Φρουράς του Καίσαρα. Ο Κωνσταντίνος όμως κέρδισε την Μάχη του Ελλήσποντου και στην συνέχεια την Μάχη της Χρυσόπολης στις 18 Σεπτεμβρίου 324. 

Μάχη του Ελλήσποντου.
 Στην Μάχη του Ελλήσποντου ο Crispus (γιος του Κωνσταντίνου) με έναν στόλο από 80 πλοία κινήθηκε εναντίον του Abantus (ναύαρχου του Λικίνιου) που είχε στόλο 200 πλοίων και συναντήθηκαν στα στενά του Ελλήσποντου. Εκεί ο Κρίσπος χρησιμοποίησε έξυπνα τα μικρότερα και λιγότερα πλοία του, καθώς στα στενά είχαν την ευχέρια να κινηθούν πιο ευέλικτα από τα μεγαλύτερα και αργότερα πλοία του Λικίνιου και βύθισε πολλά πλοία. Ο Abantus κατέφυγε στο Ανατολικό στόμιο του Ελλήσποντου για να ανασυνταχθεί, ενώ ο Crispus ενισχύθηκε από πλοία που έφτασαν από το Αιγαίο. Οι δύο στόλοι συναντήθηκαν εκ νέου την επόμενη μέρα κοντά στην Καλλίπολη. Τότε ξέσπασε θύελλα ξαφνικά και κατέστρεψε άμεσα πολλά πλοία του Λικίνιου, ορισμένα από τα οποία τα πέταξε στην στεριά. Το πλοίο του Ναύαρχου Abantus βυθίστηκε και ο ίδιος κατάφερε να σωθεί κολυμπώντας. Μόνο 4 πλοία του Λικίνιου γλίτωσαν. Ο στρατός του Κωνσταντίνου είχε κερδίσει μια λαμπρή νίκη. Η νίκη αυτή ήταν πολύ σημαντική καθώς ο Λικίνιος άμεσα απέσυρε τα στρατεύματα του από το βυζάντιο προκειμένου να τα σώσει, αφού σε ολόκληρο τον κόλπο και τον Μαρμαρά σύντομα θα κινούνταν μόνο τα πλοία του Κωνσταντίνου. Επίσης ήταν πλέον εφικτό για τον Κωνσταντίνο να περάσει τα στρατεύματα του με ασφάλεια στην Μικρά Ασία κάτι που το έκανε.

Μάχη της Χρυσόπολης.
Όπως προαναφέρθηκε μετά την ήττα του στην Μάχη του Ελλήσποντου, ο Λικίνιος μετέφερε τον στρατό του στην Βιθυνία στην περιοχή της Χαλκηδών. Σύντομα τον ακολούθησε και ο στρατός του Κωνσταντίνου. Ο Λικίνιος τότε κινήθηκε λίγα μίλια βορειότερα, στην πόλη της Χρυσόπολης. Ο Κωνσταντίνος όμως έφτασε πριν από τον Λικίνιο εκεί. Ο θρησκευτικός χαρακτήρας της μάχης ήταν εμφανής και από το γεγονός ότι ο Λικίνιος κατάρτισε τις γραμμές μάχης του σε σχήματα της παλαιάς παγανιστικής θρησκείας των Ρωμαίων, ενώ και πάλι οι δυνάμεις του Κωνσταντίνου πολεμούσαν κάτω από το Χριστιανικό Λάβαρο. Ο Λικίνιος είχε δώσει στα Χριστιανικά λάβαρα υπερφυσικές ιδιότητες απαγορεύοντας στους στρατιώτες του να τα επιτεθούν ή ακόμα και να τα κοιτάξουν απευθείας. Ο κωνσταντίνος επιτέθηκε άμεσα και μέτωπο με μέτωπο, μη κάνοντας κανέναν ελιγμό ή τέχνασμα. Ο Κωνσταντίνος θριάμβευσε. Ακολούθησε μεγάλη σφαγή. Ο Λικίνιος είχε 20.000 – 25.000 νεκρούς και πολλές χιλιάδες που σκόρπισαν στις γύρω περιοχές. Κατάφερε ξανά ωστόσο να συγκεντρώσει 30.000 στην Νικομήδεια.

Αποτέλεσμα.
Ο Λικίνιος κατάλαβε ότι δεν μπορούσε με αυτό τον στρατό να σταθεί ενάντια στον νικηφόρο στρατό του Κωνσταντίνου. Ο Λικίνιος και ο Μαρτινιανός παραδόθηκαν στον Κωνσταντίνο με τον όρο να τους χαριστούν οι ζωές τους. Τους δώθηκε άδεια να ζήσουν σαν απλοί πολίτες, ο Λικίνιος στην Θεσσαλονίκη και ο Μαρτινιάνος στην Καππαδοκία. Αργότερα όμως ο Κωνσταντίνος τους κατηγόρησε για συνομωσία εναντίον του και τους κρέμασε και τους δύο. Ο γιος του Λικίνιου και ανιψιός του Κωνσταντίνου (αφού ο Λικίνιος είχε παντρευτεί την αδελφή του) επίσης δολοφονήθηκε. Έτσι ο Κωνσταντίνος έμεινε μόνος κυρίαρχος της απέραντης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

4 σχόλια:

  1. Σε παρακαλώ διόρθωσε τη φράση "του Αήττητου Πρίγκηψ" ως ""του Αήττητου Πρίγκηπος". Γενικά το άρθρο σου για την τετραρχία είναι καταπληκτικό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ πολύ για την φιλοφρόνηση. Έχετε δίκιο στην παρατήρηση, θα το αλλάξω άμεσα. Χαίρομαι που υπάρχουν άνθρωποι που εκτιμούν την ιστορία και όπως φαίνεται και την γλώσσα.

      Διαγραφή